Αρχική | Επιχειρήσεις | EUROΒΑΝΚ: «Διεθνής Χρηματοοικονομική Κρίση 2007-2008 & Οικονομικές Επιπτώσεις»

EUROΒΑΝΚ: «Διεθνής Χρηματοοικονομική Κρίση 2007-2008 & Οικονομικές Επιπτώσεις»

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font

Ο Οικονομικός Σύμβουλος του Ομίλου της Eurobank EFG και Καθηγητής στο Τμήμα Χρηματοοικονομικής & Τραπεζικής Διοικητικής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, κ. Γκίκας Χαρδούβελης, σε διάλεξή του για την εξελισσόμενη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση, σε σημερινό γεύμα που παρέθεσε το Ελληνο-Αμερικανικό Επιμελητήριο στον επιχειρηματικό κόσμο της Θεσσαλονίκης, ανέλυσε διεξοδικά τις αιτίες της κρίσης, την πιθανότητα συνέχισής της και τις οικονομικές επιπτώσεις της τόσο διεθνώς όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Ξεκινώντας την ομιλία του, ο κ. Χαρδούβελης ανέφερε ότι η σημερινή κρίση είναι ίσως η μεγαλύτερη της τελευταίας 25-ετίας, κατά την οποία ο ίδιος προσωπικά παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την χρηματοοικονομική αγορά, κάτι που επαναλαμβάνει δημοσίως από τον Οκτώβριο του 2007 και που στη συνέχεια έχουν επίσης τονίσει πολλοί γνωστοί παράγοντες της διεθνούς αγοράς, όπως ο George Soros ή ο Alan Greenspan. Αιτία της σφοδρότητας της κρίσης αποτελεί το γεγονός ότι ξεκίνησε στις Η.Π.Α., μια χώρα που παράγει το 27% του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος και ότι οι αγορές των Η.Π.Α. είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις αγορές στην υπόλοιπη υφήλιο. Σύμφωνα με τον κ. Χαρδούβελη, η κρίση είναι μεν ανησυχητική αφού δεν έχουμε δει ακόμα το τέλος της, αλλά δεν συγκρίνεται σε μέγεθος με την αντίστοιχη ιαπωνική κρίση της δεκαετίας του 1990, ούτε με την αμερικανική και διεθνή κρίση στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1929-1933. Στη διάρκεια της ομιλίας του είχε την ευκαιρία να περιγράψει τις διαφορές ανάμεσα στο σήμερα και στις συγκεκριμένες κρίσεις του παρελθόντος.

Στο πρώτο μέρος της διάλεξης έγινε μια ανάλυση των αιτιών και των χαρακτηριστικών της χρηματοοικονομικής κρίσης. Στο δεύτερο μέρος, αναλύθηκαν οι επιπτώσεις της κρίσης. Η διάλεξη έκλεισε με προβλέψεις για την πιθανότητα μελλοντικής παρέμβασης των εποπτικών αρχών και του κράτους στον χρηματοοικονομικό χώρο.


I. Χαρακτηριστικά και Αιτίες Δημιουργίας και Επέκτασης της Κρίσης

Η σημερινή κρίση ξεκίνησε από την ταυτόχρονη συνύπαρξη των ακόλουθων τριών παραγόντων:

1) Η φούσκα στις τιμές των ακινήτων σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ, η οποία διευκόλυνε την υπέρ-κατανάλωση (μέσω δανεισμού βασισμένου στην υπεραξία των ακινήτων, το αποκαλούμενο mortgage equity withdrawal), με αποτέλεσμα την υπέρ-θέρμανση της οικονομίας και την αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, όπως πολλές φορές συμβαίνει σε παρόμοιες κρίσεις. Στη χρονική περίοδο 2000-2006, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν πάνω από 100%, αλλά έκτοτε έχουν σταθεροποιηθεί και από το 2007 μειωθεί κατά περίπου 13%, ενώ η πτώση συνεχίζεται.
2) Η ραγδαία εξάπλωση στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime), από 9% των συνολικών στεγαστικών το 2003 σε 24% το 2007, δηλαδή μια αχαλίνωτη πιστωτική επέκταση σε κατηγορίες νοικοκυριών που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να έχουν δανειοδοτηθεί. Οι τράπεζες παρείχαν δάνεια με μόνη εγγύηση την αναμενόμενη αύξηση στην τιμή της κατοικίας, ενώ διευκόλυναν τα νοικοκυριά με ελκυστικά χαμηλά επιτόκια στα πρώτα χρόνια, τα οποία όμως θα αναπροσαρμόζονταν στη συνέχεια. Πολλές φορές οι τράπεζες αναλάμβαναν να πληρώσουν το δάνειο του νοικοκυριού από άλλη τράπεζα, επειδή το νοικοκυριό είχε πρόβλημα αποπληρωμής! Και είχε πρόβλημα αποπληρωμής, καθώς με την άνοδο των επιτοκίων της περιόδου 5/2004 - 6/2006, οι μηνιαίες δόσεις αυξάνονταν. Η έντονη αναζήτηση νέων πελατών από τις τράπεζες φαίνεται και από το γεγονός ότι τα περιθώρια επιτοκίων για τα μη φερέγγυα νοικοκυριά διαρκώς μειώνονταν.
3) Η μεταφορά του ρίσκου από τους ισολογισμούς των τραπεζών στο κοινό και τους επενδυτές μέσω τιτλοποιήσεων, πολλοί από τους οποίους αγνοούσαν το ύψος του κινδύνου και υπήρξαν επιρρεπείς στις τότε υψηλές αποδόσεις. Η μεταφορά αυτή του ρίσκου επέτρεπε στις τράπεζες να δανείζουν άφοβα σε μη φερέγγυους δανειολήπτες και στη συνέχεια να αποκτούν ρευστότητα για επιπλέον δανειοδοτήσεις, χωρίς να χρειάζεται να βρουν νέους καταθέτες. Οι τιτλοποιήσεις έγιναν μηχανές παραγωγής χρήματος! Μάλιστα, όλο και μεγαλύτερα ποσοστά των στεγαστικών δανείων άρχισαν να διεκπεραιώνονται μέσω τιτλοποιήσεων από μη παραδοσιακούς οργανισμούς, οι οποίοι δεν είχαν την εγγύηση του αμερικανικού δημοσίου (30% το 2002, 54% το 2006).

Η κρίση επεκτάθηκε επειδή
1) Τα σύνθετα αυτά ομόλογα ήταν διασκορπισμένα σε όλο το χρηματοοικονομικό σύστημα, στα hedge funds, στις ασφαλιστικές εταιρείες, στις επενδυτικές τράπεζες εντός και εκτός των ΗΠΑ. Μάλιστα φαίνεται ότι οι φορείς αυτοί διακρατούσαν και το τμήμα του τίτλου με το μεγαλύτερο ρίσκο, το αποκαλούμενο equity portion, προφανώς για να απολαμβάνουν τις υψηλότερες αποδόσεις.
2) Τα σύνθετα ή δομημένα ομόλογα ήταν τόσο πολύπλοκα ώστε στην περίπτωση χρεοκοπίας κανείς δεν γνώριζε με σαφήνεια την ακριβή κατανομή των απωλειών. Κατά συνέπεια υπήρχε δισταγμός στο δανεισμό αντισυμβαλλομένων τραπεζών, ιδιαίτερα για μακρά χρονικά διαστήματα, επειδή υπήρχε έλλειμμα πληροφορίας για την έκθεσή του στα ομόλογα αυτά. Η ρευστότητα στη διατραπεζική αγορά πέραν της ημέρας περιορίστηκε και σχεδόν μηδενίστηκε. Η έλλειψη ρευστότητας οδήγησε τις κεντρικές τράπεζες σε παρεμβάσεις παροχής ρευστότητας.
3) Οι τίτλοι αυτοί χρησιμοποιούνταν και ως ενέχυρο για περαιτέρω δανεισμό. Όταν η αξία του ενέχυρου μειώνεται, ο δανειζόμενος καλείται να αναπληρώσει την απώλεια (margin call) με την καταβολή μετρητών. Εμφανίστηκε έντονη η ανάγκη μετρητών, ιδιαίτερα επειδή οι παραπάνω χρηματοοικονομικοί ενδιάμεσοι είχαν υψηλούς συντελεστές μόχλευσης. Η έλλειψη μετρητού οδηγεί στην αναγκαστική πώληση των θέσεων των επενδυτών, γεγονός που πιέζει τις τιμές προς τα κάτω. Ορισμένοι οργανισμοί εμφάνισαν και θέματα όχι απλώς ρευστότητας, αλλά και φερεγγυότητας, π.χ. Bear-Stearns.
4) Στη συνέχεια, οι αξιολογικοί οίκοι αισθάνθηκαν την πίεση για την αστοχία τους στις προηγούμενες αξιολογήσεις, και έγιναν ελαφρώς αυστηρότεροι, υποβαθμίζοντας ορισμένα προϊόντα και επιτείνοντας την πτώση των τιμών.
5) Τα διεθνή λογιστικά πρότυπα επιβάλλουν στις τράπεζες την αποτίμηση του ισολογισμού τους με τιμές αγοράς, γεγονός που επιδεινώνει την εικόνα τους προς τους επενδυτές και οδηγεί σε περαιτέρω πωλήσεις των μετοχών τους .

Έτσι, ένα χρόνο μετά τα πρώτα κρούσματα πτωχεύσεων στα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου και την άνοδο του κόστους ασφάλισής τους, η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση συνεχίζεται, παρά τις πολλαπλές παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών με παροχή ρευστότητας και άλλες διευκολύνσεις δανεισμού. Η κρίση ήδη έχει μέχρι σήμερα οδηγήσει σε απομειώσεις των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζικών ιδρυμάτων ύψους $175 δις, ενώ αν η αγορά κατοικία στις ΗΠΑ σταθεροποιηθεί, υπολογίζονται επιπλέον απομειώσεις της τάξης των $ 225 δις στη διάρκεια του 2008. Οι τιμές, όμως, των κατοικιών στις ΗΠΑ, που έχουν ήδη πέσει περίπου 13%, αναμένεται να συνεχίσουν την καθοδική πορεία τους, πιθανόν διπλασιάζοντας τη μέχρι σήμερα πτώση, γεγονός που θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο το ύψος των απομειώσεων και την κρίση. Αναγκαστικά στη διάρκεια του 2008, οι τράπεζες θα προβούν σε αυξήσεις κεφαλαίου, καθώς και σε μείωση του ενεργητικού τους της τάξης του ενός και πλέον τρισεκατομμυρίου δολαρίων μόνον στις ΗΠΑ, μια πράξη στην οποία οι κεντρικές τράπεζες αδυνατούν να βοηθήσουν, αφού η παροχή φτηνής ρευστότητας βοηθά στην αύξηση, όχι τη μείωση του ενεργητικού των εμπορικών τραπεζών. Οι επενδυτές από την άλλη πλευρά έγιναν πιο συντηρητικοί στις αποτιμήσεις τους, απαιτώντας υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου. Το ίδιο συντηρητικοί για να επιβιώσουν έγιναν και οι αξιολογικοί οίκοι και οι εποπτικές αρχές. Συνεπώς, η ευφορία της τελευταίας εβδομάδας του Μαρτίου στα διεθνή χρηματιστήρια είναι εύκολα αναστρέψιμη.


II. Οι επιπτώσεις της κρίσης στις αγορές και τις οικονομίες

Οι επιπτώσεις είναι πολλαπλές και περιγράφονται στις διαφάνειες της παρουσίασης.

 

III. Κανονικοποίηση και πάλι?


Τα σημερινά μέτρα της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ ξέφυγαν από την απλή ενίσχυση της ρευστότητας. Η Fed συμμετείχε στη διάσωση μιας τράπεζας επενδύσεων, της Bear Stearns, της οποίας δεν είναι ο εποπτικός φορέας!! Το γεγονός αυτό έχει προβληματίσει έντονα, αφού η Fed αδυνατεί να παραδειγματίσει μια τράπεζα επενδύσεων που στις καλές εποχές απολάμβανε την κερδοφορία και στις κακές εποχές μεταφέρει το κόστος στον φορολογούμενο. Είναι μήπως η πράξη αυτή προάγγελος περαιτέρω κανονικοποίησης και ελέγχου της χρηματοοικονομική αγοράς στο μέλλον? Σίγουρα, η Wall Street, που σήμερα απολαμβάνει την ομπρέλα προστασίας των κρατικών φορέων, στο μέλλον θα πολεμήσει με μανία οποιαδήποτε προσπάθεια περιορισμού των ελευθεριών του.

Ο κ. Χαρδούβελης τόνισε ότι οι εποπτικές αρχές δεν θα παραμείνουν αδρανείς. Ζούμε σε μια εποχή χαμηλού πληθωρισμού και υψηλής παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης, η οποία διαστρέβλωσε την αντίληψη του ρίσκου και ώθησε του συμμετέχοντες στις αγορές σε παρακινδυνευμένες πράξεις. Τώρα είναι σε όλους κατανοητό ότι αγνοήθηκαν οι κίνδυνοι. Οι ίδιες οι εποπτικές αρχές αγνόησαν τους κινδύνους των τιτλοποιήσεων και κυριολεκτικά πιάστηκαν στον ύπνο από τα «ανοίγματα» των πιστωτικών ιδρυμάτων και την έκθεσή τους στον κίνδυνο. Εργαλεία μέτρησης κινδύνου βασισμένα σε στατιστικές μεθόδους τύπου Value at Risk, τα οποία έχουν ενσωματωθεί και στους νέους κανονισμούς κεφαλαιακής επάρκειας (Βασιλεία ΙΙ), απέτυχαν παταγωδώς διότι οι στατιστικές μέθοδοι δεν μπορούν ποτέ να υποκαταστήσουν την οικονομική λογική.

Οι παρεμβάσεις που αναμένεται να γίνουν στο μέλλον θα έχουν, κατά τη γνώμη του κ. Χαρδούβελη, ως ελάχιστο παρονομαστή μέτρα προληπτικά, που να ενισχύσουν τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος:
? Μέτρα για τη διαφάνεια και την καλύτερη πληροφόρηση για τη δομή, τη σύνθεση και τους κινδύνους των σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων.
? Σε ορισμένες μεγάλες χώρες, θέσπιση καλύτερων κανονισμών σχετικά με την πολιτική που ακολουθούν οι τράπεζες στη χορήγηση δανείων.
? Μέτρα για την πτώχευση νοικοκυριών (Hillary Clinton)
? Mεγαλύτερη βαρύτητα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στη διαχείριση της ρευστότητας και στη μέτρηση του κινδύνου αγοράς.
? Πιο αξιόπιστη μεθοδολογία από τους αξιολογικούς οίκους, καθώς και πιο διαφανείς κανονισμοί λειτουργίας τους. Πρέπει να αποδείξουν ότι είναι ανεξάρτητοι φορείς και ότι η διαδικασία αξιολόγησής τους είναι διαφανής και αξιόπιστη, κυρίως για τα σύνθετα δομημένα προϊόντα.

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Γιατί η κρίση διαφέρει από την αντίστοιχη κρίση της Μεγάλης Ύφεσης

Ο κ. Χαρδούβελης ανέφερε ότι σήμερα η διάρκεια της αναταραχής είναι τέτοια ώστε πολλοί να διερωτώνται αν το μέλλον προδιαγράφεται εξ ίσου ζοφερό, όπως και στην αμερικανική και ευρωπαϊκή Μεγάλη Ύφεση (Great Depression) του μεσοπολέμου, αν δηλαδή βρισκόμαστε στο ξεκίνημα μιας μακράς περιόδου μείωσης της παραγωγής και αύξησης της ανεργίας διεθνώς. Υπενθύμισε ότι στη διάρκεια των 44 μηνών από τον Αύγουστο του 1929 έως το Μάρτιο του 1933, η βιομηχανική παραγωγή στις ΗΠΑ μειώθηκε πάνω από 50%, η συνολική οικονομική δραστηριότητα κατά 30%, η ανεργία εκτινάχθηκε από το 3% στο 25% και οι τιμές έπαθαν καθίζηση της τάξης του 37% (βιομηχανικές τιμές) με 52% (τιμές χονδρικής), ενώ τα πραγματικά επιτόκια υψώθηκαν άνω του 10%. Η ύφεση αυτή είναι ευρέως γνωστή από το κραχ του χρηματιστηρίου του Οκτωβρίου του 1929, που έπεσε κατά 16% μέσα σε μια μέρα. Το χρηματιστήριο είχε υπερθερμανθεί, ανεβαίνοντας από το επίπεδο των 12,6 μονάδων στις αρχές του 1926 στις 31,7 μονάδες τον Αύγουστο του 1929 (αύξηση 150%), και στη συνέχεια από τον Αύγουστο του 1929 έως τα μέσα του 1932 έπεσε στις 4,4 μονάδες (δείκτης S&P), δηλαδή στο 1/7 περίπου του προηγούμενου υψηλού. Η ίδια περίοδος χαρακτηρίστηκε από τρία διαδοχικά κύματα τραπεζικών κρίσεων, που είχαν ως αποτέλεσμα ο αριθμός των αμερικανικών τραπεζών να μειωθεί στα 2/3 είτε λόγω πτωχεύσεων είτε λόγω αναγκαστικών συγχωνεύσεων. Η κρίση ήταν και ευρωπαϊκή, αφού από το 1929 έως το 1932 η βιομηχανική παραγωγή έπεσε κατά 41% στη Γερμανία, 33% στην Ιταλία, 32% στον Καναδά, 26% στη Γαλλία, 14% στη Μεγάλη Βρετανία, 11% στη Σουηδία και 10% στην Ολλανδία.

Οι ομοιότητες της σημερινής κρίσης με το ξεκίνημα της Μεγάλης Ύφεσης του μεσοπολέμου είναι πολλές:
Πρώτον, και στις δύο περιπτώσεις, το ξεκίνημα της κρίσης αφορά τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, που τότε παρήγαγε πάνω από το 35% του παγκόσμιου ΑΕΠ και σήμερα το 27%.
Δεύτερον, των κρίσεων προηγήθηκε μια περίοδος υπερθέρμανσης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, τότε στο χρηματιστήριο, σήμερα στις τιμές των ακινήτων. Η υπερθέρμανση αυτή συνοδεύτηκε από απληστία, ανάληψη υπερβολικών κινδύνων, «σκάνδαλα» και αδιαφάνεια στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Σήμερα, για παράδειγμα, η άνοδος και επακόλουθη πτώση των τιμών των ακινήτων δεν θα είχε επιφέρει αναταραχή στις αγορές, αν δεν είχε προηγουμένως αυξηθεί η παροχή στεγαστικών δανείων με μηδενική σχεδόν προκαταβολή και με επιτόκια ελκυστικά για τα πρώτα έτη (τα δάνεια subprime αυξήθηκαν από 9% το 2003 στο 24% των συνολικών στεγαστικών δανείων το 2007), ή αν τα στεγαστικά αυτά δάνεια δεν τιτλοποιούνταν και έφευγαν εκτός ισολογισμού των τραπεζών, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να αδιαφορούν για το ρίσκο που οι ίδιες αρχικά έπαιρναν αλλά στη συνέχεια διοχέτευαν στον τελικό αγοραστή του τίτλου, ο οποίος μάλιστα δεν μπορούσε και να το ελέγξει εύκολα. Τότε, την περίοδο της δεκαετίας του 1920, επίσης, η άνοδος του χρηματιστηρίου δεν θα είχε τόσο μεγάλες αρνητικές επιπτώσεις αν και οι τράπεζες δεν επένδυαν απερίσκεπτα τα χρήματα των καταθετών τους και δεν αναμίγνυαν το ρόλο τους ως τράπεζες επενδύσεων με το ρόλο τους ως εμπορικές τράπεζες.
Τρίτον, και στις δύο περιπτώσεις η κρίση πολλαπλασιάστηκε από την άμεση αρνητική επίδρασή της στον χρηματοοικονομικό χώρο. Η πτώση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων δημιούργησε προβλήματα στη ρευστότητα των τραπεζών, τα οποία στη συνέχεια εξελίχθηκαν και σε προβλήματα φερεγγυότητας, οδηγώντας σε χρεοκοπίες και επηρεάζοντας αρνητικά το διαμεσολαβητικό τους ρόλο ανάμεσα στους καταθέτες και του δανειολήπτες, επιτείνοντας έτσι την ύφεση.
Τέλος, η ραγδαία πτώση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων μείωσε την αίσθηση πλούτου των νοικοκυριών και την κατανάλωση, επιδεινώνοντας την ύφεση.

Υπάρχουν, όμως, μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις, οι οποίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μεγάλη κρίση του μεσοπολέμου στην παγκόσμια οικονομία δεν θα επαναληφθεί σήμερα.
Πρώτον, η σημερινή εποχή είναι εποχή σχετικής σταθερότητας και προσομοιάζει περισσότερο την εποχή 1870-1914 της τότε πρώτης παγκοσμιοποίησης, με την ελεύθερη διασυνοριακή κίνηση των προϊόντων, των εργαζομένων και του κεφαλαίου. Αντίθετα, το παγκόσμιο πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον την εποχή του μεσοπολέμου ήταν πολύ πιο εύθραυστο. Η εποχή του μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από τις δυσκολίες της Γερμανίας στην πληρωμή των αποζημιώσεων του πολέμου, από την επαναφορά των συναλλαγματικών ισοτιμιών πολλών χωρών στον κανόνα του χρυσού, αλλά με λανθασμένη κεντρική ισοτιμία, γεγονός που δημιουργούσε ανισορροπίες στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, και από τη γενικότερη έλλειψη αξιοπιστίας λόγω απειρίας των Αμερικανών στο να αναπληρώσουν τον παγκόσμιο ηγεμονικό ρόλο που είχαν πριν το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι Βρετανοί. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η ανάκαμψη στις επιμέρους χώρες την περίοδο 1932-1933 ξεκίνησε μετά την απόφασή της κάθε μιας να αποσυνδεθεί από τον κανόνα του χρυσού.
Δεύτερον, σήμερα το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα είναι πολυ-πολικό, με την Κίνα και την Ινδία να δημιουργούν πόλο αυτόνομης ανάπτυξης, ο οποίος επηρεάζεται μεν αρνητικά από τις εξελίξεις στην οικονομία των ΗΠΑ, αλλά διαθέτει και ενδογενείς δυνάμεις.
Τρίτον, ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών είναι σήμερα πολύ διαφορετικός διότι έχουν διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος. Την περίοδο 1929-1933 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, αφού πρώτα συνειδητά έσπασε τη φούσκα του χρηματιστηρίου με άνοδο των επιτοκίων παρέμβασης, στη συνέχεια τα θαλάσσωσε, ακολουθώντας περιοριστική πολιτική που επιδείνωσε την ύφεση. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Μεγάλη Ύφεση είναι η μόνη ύφεση στην αμερικανική οικονομία από την εποχή του εμφυλίου πολέμου έως σήμερα, στη διάρκεια της οποίας τα πραγματικά επιτόκια ήταν θετικά, ενώ η ποσότητα χρήματος μειώθηκε στα 2/3 του αρχικού ποσού. Αντίθετα, σήμερα ο επικεφαλής της Fed, κ. Bernanke, είναι βαθύς γνώστης των προβλημάτων της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης, αφού έχει ασχοληθεί ερευνητικά με το θέμα από την εποχή της διδακτορικής του διατριβής. Εμφανίζεται λοιπόν ιδιαίτερα καινοτόμος και επιθετικός στην παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας.
Τέταρτον, το θεσμικό πλαίσιο των χρηματοοικονομικών αγορών έχει βελτιωθεί σημαντικά. Σήμερα, για παράδειγμα, υπάρχει Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων σε όλες τις χώρες, που μειώνει την πιθανότητα κατάρρευσης υγιών τραπεζών λόγω επιδρομής των καταθετών και απόσυρσης των καταθέσεών τους, ενώ τότε δεν υπήρχε και δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα των τότε τραπεζικών κρίσεων. Σήμερα υπάρχει διεθνής νομοθεσία για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με το ρίσκο που αναλαμβάνει η κάθε τράπεζα, ενώ τότε δεν υπήρχε. Σήμερα υπάρχουν διεθνείς κανόνες για το ξέπλυμα χρήματος, για τη χρήση της εσωτερικής πληροφόρησης, κλπ. Ιδιαίτερα, η έως το 2006 ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών μειώνει την πιθανότητα η σημερινή κρίση να επιφέρει αλυσιδωτές χρεοκοπίες και κατάρρευση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

 

 

2008-03-31


Facebook


  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text



Πρόωρες Εκλογές 2015
Ποιον θέλετε για πρωθυπουργό